…και η κόρη του φούρναρη!

Posts tagged ‘μονάδες’

Γιατί τσαντίστικε η Τασούλα;

Τρίτη και 13 ήταν χθες, εμένα όμως η γκαντεμιά με έπιασε από τη Δευτέρα. Είχα δώσει ραντεβού με την Τασούλα στο Mall, έξω από τα Village, στις 8.30. Ξεκινάω από το σπίτι μου, με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά, και πάω περπατώντας μέχρι το σταθμό του τραίνου. Φτάνω στα εισιτήρια, στέκομαι μπροστά στο μηχάνημα, βάζω το χέρι μου στη δεξιά τσέπη για να βρω ψηλά, τίποτα. Ψάχνω στην αριστερή, πάλι τίποτα. Κοιτάω στο μπουφάν μου, μέσα, έξω, ανοίγω φερμουάρ, κουμπιά… ίχνος από ευρώ δεν υπάρχει. Επειδή ήταν δωρεάν δεν σκέφτηκα καθόλου να πάρω λεφτά. Που είχα το μυαλό μου; Πού αλλού; Στην στιγμή που θα έμπαινα στην σκοτεινή αίθουσα, θα καθόμουν αναπαυτικά στην τεμπέλικη πολυθρόνα και θα έπεφταν οι πρώτες εικόνες στην οθόνη (λατρεύω το σινεμά).
«Και τώρα τι κάνω;», αναρωτήθηκα.
«Μπαίνω έτσι στο τρένο», μου απάντησα.
«Και αν με πιάσει ελεγχτής;» ξανά αναρωτήθηκα.
«Γίνομαι Κάρλ Λούης», μου ξανά απάντησα.
«Και αν πήγαινε στα νιάτα του στίβο;», αναρωτήθηκα τρίτη φορά.
«Θα πάμε στο αυτόφωρο για εξακρίβωση στοιχείων», με αποστόμωσα για τρίτη φορά.
«Και μόλις η μάνα μου σηκώσει το τηλέφωνο θα πάθει έμφραγμα τρίτης θέσεως (έτσι τα ξεχωρίζουνε πλέον!)», είπα δυνατά πλέον.
«Έχεις μεγάλη φαντασία», πετάχτηκαν και είπαν κάποιοι δίπλα.
«Αυτά συμβαίνουν μόνο στα σίριαλ (…του Παπακαλιάτη)» είπαν κάποιοι πιο πέρα.
«Κλείσε το διάλογο με τον εαυτό σου και προχώρα παρακάτω παλιο @#$%» ,
είπαν κάποιοι κακοπροαίρετοι.

 Βγήκα λοιπόν απ’ το σταθμό, με χτύπησε λίγο ο αέρας στο πρόσωπο, και σκέφτηκα να πάρω τον αδελφό μου, μήπως και ήταν κάπου εκεί κοντά και πεταγόταν να μου δανείσει κάνα ψιλό. Βγάζω το κινητό, πατάω 6 και αμέσως η τηλεφωνήτρια με ένα ύφος σαδιστικό μου ανακοινώνει «ότι η κλήση που σκέφτομαι να πραγματοποιήσω πρόκειται να ξεπεράσει την αξία των συνδιαλέξεων που έχω ως  υπόλοιπο. Πατήστε ένα…». Τις στέλνω μερικές ευχές για αναπαραγωγή και το κλείνω. Χωρίς λεφτά, χωρίς κινητό, και χωρίς πλέον διάθεση παίρνω το δρόμο του γυρισμού. Περπατάω στο πεζοδρόμιο και σκέφτομαι δυνατά – από τότε που βγήκαν τα ελεύθερα χέρια κανείς δεν με κοιτάει περίεργα. Φτάνω στην πόρτα του σπιτιού μου. Γυρίζω το κλειδί να ανοίξω, χτυπάει το κινητό.
«Που είσαι;», μου λέει απειλητικά η Τασούλα.
«Εεε… ξέρεις… προέκυψε κάτι τελευταία στιγμή και θα αργήσω λιγάκι», της απαντώ.
«Πόσο δηλαδή;», με ρωτάει με το ίδιο υφάκι. «59 λεπτά», τις απαντάω ήρεμα. Αυτή είναι μια τεχνική πωλήσεων που έμαθα στη διαφήμιση. Δε λες ποτέ, «mp3 player στην τιμή των 100 ευρώ», για να πουλήσεις, αλλά «mp3 player στην εκπληκτική τιμή των 99,9999999999 ευρώ» και ο καταναλωτής αμέσως σκέφτεται, «ευκαιρία, ούτε 100 ευρώ δεν κάνει» και το αγοράζει. Έτσι και με την Τασούλα. 59 λεπτά μωρό μου. Ούτε μια ώρα δε θα περιμένεις.  Έπιασε. Αφού κέρδισα με διαφημιστικό τρόπο τον απαραίτητο χρόνο, άρχισα να ψάχνω για λεφτά. 1 ευρώ και 60 λεπτά για την ακρίβεια. Έψαξα σε όλα το δωμάτιο: σε ράφια, συρτάρια, ντουλάπια, παντελόνια, φόρμες, μπουφάν… Βρήκα μόνο 90 λεπτά. Είχα βλέπετε χαλάσει πολλά το σαββατοκύριακο. Κέρασα το κορίτσι ένα γαλακτομπούρεκο με παγωτό καϊμάκι στα Σερμπέτια. Την έβλεπα να κατεβάζει αργά-αργά, μία-μία τις μπουκιές, να γλείφει τα σιρόπια από τα χείλη της, και να αφήνει αναστεναγμούς ευχαρίστησης και σκεφτόμουν που πάνε τα τελευταία μου 8 ευρώ. Αν τα είχα τώρα δεν θα έμπαινα στη διαδικασία να σπάσω το γουρουνάκι που γέμιζα από μικρό παιδί. Ένα ροζ, γύψινο, μικρό γουρουνάκι με κοντά ποδαράκια που δεν χωράει και πολλά-πολλά στο στομαχάκι του. Δεν έψαχνα πολλά όμως. 70 λεπτά. Τι στο καλό, από 7 χρονών το ταΐζω. Βγήκα στο μπαλκόνι και το άφησα στο μάρμαρο. Πήρα ένα τσεκούρι που βρήκα παραδίπλα, το σήκωσα ψηλά και το κατέβασα με δύναμη πάνω στη πλάτη του γουρουνιού. Ακούστηκε ένας δυνατός κρότος. Μικρά και μεγάλα κομμάτια γύψου πετάχτηκαν αριστερά και δεξιά. Κέρματα κατρακύλησαν σε όλο το μπαλκόνι: πενηντάρικα, εικοσάρικα, δεκάρικα, τάλιρα, δίφραγκα και δραχμές. Ούτε ένα ευρώ! Αγχώθηκα. Σηκώθηκα όρθιος και πήγα στην κουζίνα να βάλω ένα ποτήρι νερό. Το κινητό άρχισε να δονείτε. Η Τασούλα. Το σηκώνω με τα χέρια ιδρωμένα. «Έλα…», είπα διστακτικά. Ακολούθησε ένας κατακλυσμός λέξεων: «Δε θα σε περιμένω άλλο. Μπαίνω να δω την ταινία. Να κανονίζεις άλλη φορά καλύτερα το χρόνο σου». Και μετά σιωπή. Δυο μέρες.

 Χθες το βράδυ μου δάνεισε ο αδερφός μου 50 ευρώ. Για να πάρω κάρτα, δημητριακά, ξυραφάκια, τζελ για τα μαλλιά και ψωμί. Τα εντελώς απαραίτητα δηλαδή. Έβαλα κάρτα, τηλεφώνησα, έστειλα sms, mms, email -με χαμηλότερες χρεώσεις από πριν- αλλά η Τασούλα καμιά απάντηση. Πέρασα απ΄ το φούρνο να της πω μια καλημέρα, αλλά δεν ήταν εκεί. Ο πατέρας της, μου είπε ότι ήταν αδιάθετη. Δεν τον πίστεψα. Πήρα δυο φρατζόλες ολικής αλέσεως και επέστρεψα σπίτι μου. Έκοψα τη μία στη μέση και την άνοιξα στο πλάι με ένα καλά ακονισμένο  μαχαίρι. Έβγαλα απ’ το ψυγείο, βούτυρο, μαγιονέζα, μαρούλι, ντομάτα, τυρί για τοστ και γαλοπούλα και τη γέμισα. Έτσι για να πάνε τα φαρμάκια κάτω.

Υ.Γ.: Μήπως, κάποιος που είδε την ταινία, μπορεί να μου εξηγήσει γιατί έχει τσαντιστεί η Τασούλα;         
 

Ετικετοσύννεφο